Φυτό της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης, η Αψιθιά συναντάται σε ξηρά εδάφη, αιχμηρές πλαγιές και άκρες δρόμων, όπου πολλαπλασιάζεται μόνη της ή καλλιεργείται ακόμη και σε κήπους. Στην Ελλάδα υπάρχουν 7 είδη αυτοφυή, κυρίως σε ορεινές περιοχές της Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας. Αναπτύσσεται από σπόρους σε έκταση 30-40 εκ. σε ελαφρύ έδαφος. Τα φύλλα του είναι βαθυπράσινα, στενά και λογχοειδή. Το στέλεχος με φαιόχροες και κοκκινωπές ραβδώσεις, διακλαδίζεται πολύ. Τα άνθη του φυτού με διάμετρο 5 χιλιοστά βγαίνουν αργά το καλοκαίρι σε κυλινδρικές μακριές κεφαλές, τοποθετημένα σε ταξιανθίες (στάχυα) πολύ διακλαδωμένα. Το φυτό φτάνει σε ύψος το 1,5 μέτρο. Συλλέγεται όταν είναι ανθισμένο από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο και ξηραίνεται σε σκιά. Τα φυτά μπορούν να συλλέγονται για 4-10 χρόνια. Αν τρίψουμε τα φύλλα του δίνουν ένα έντονο άρωμα αλλά είναι πικρά στη γεύση. Για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούνται η ρίζα, οι ανθοφόροι μίσχοι και τα φύλλα.
Το αιθέριο έλαιο (μπορνεόλ) που παράγεται από όλο το φυτό περιέχει τουγιόνη, τουγιόλη, προαζουλένη, αρταψίνη και άλλες ενώσεις όπως άλατα καλίου, χλωροφύλλη κλπ. Περιέχει επίσης, πικρές ουσίες, τανίνη, ρητίνη, ινουλίνη, γλουκονικές ουσίες (αψινθίν, ανασιντίν), βιταμίνες Α, Β1, Β2, C κ.α Γενικά, τα κύρια συστατικά του φυτού (η οσμή του οποίου είναι πολύ αρωματική και η γεύση του υπερβολικά πικρή) διαλύονται στο νερό και στο οινόπνευμα.





